
Ήμουν δεν ήμουν 10 ετών πολύ μικρός αλλά είχα μια τσαχπινιά και μια ζωηράδα που σε όλες τις γιαγιάδες άρεσε θυμάμαι.
Η δική μου γιαγιάκα με λάτρευε κι εγώ βέβαια και μέσα στη
αυλή της γιαγιάς που μεγάλωσα ήταν και η Νενέ Μαριώ.
Η Νενέ ήταν ξαδέλφη της προγιαγιάς Αθηνάς, απ’ τη Μελλισώ της Σμύρνης όλες, γνώριζε πάρα πολλά και όλοι την σέβονταν την αγαπούσαν αλλά τότε στα παιδικά μάτια μου έβλεπα και κάτι ακόμα..
αρκετοί που την ήξεραν την φοβόντουσαν.. δεν μπορούσα βέβαια να καταλάβω γιατί και είχα πολλά ερωτηματικά..
εμένα με λάτρευε και για μένα η παρουσία της στην αυλή ήταν ότι καλύτερο, με έπαιζε όλη την ώρα με είχε συνέχεια κοντά της και κανείς δεν τολμούσε να πειράξει το “τζιέρι της το μεγάλο” όπως συχνά έλεγε.
Θυμάμαι ακόμα όταν έκανα καμιά σκανταλιά μεγάλη, ήθελα τη Νενέ κοντά να με υποστηρίξει, αλλά για κάποιο λόγο που ποτέ δεν είχα καταλάβει μέχρι τότε, κανείς δεν μ’ άφηνε να πάω στο σπίτι της..
Η μάνα μου μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τη Νενέ αλλά δε θα ξεχάσω ότι μου έλεγε και μου ξαναέλεγε ότι στο σπίτι της δεν θα έπρεπε να πάω ποτέ..
Το ίδιο και οι γιαγιάδες μου όταν τις πίεζα και ήθελα τη Νενέ σαν ασπίδα προστασίας και τις απειλούσα θυμάμαι.. ότι θα πάω στη Νενέ έβλεπα το χρώμα στο πρόσωπό τους που άλλαζε..
στα παιδικά μου αυτιά όλο αυτό έκρυβε κάτι το πολύ μυστήριο και όταν ήμουν έξω από το σπίτι της ή στη δική της αυλή ένοιωθα ένα φόβο που πολλές φορές με έκανε να τρέξω μακριά..
ήταν μια σκέψη που ταλαιπωρούσε μόνιμα το μυαλό μου κι έφτιαχνα με τη φαντασία μου εικόνες διαφορές..
άλλοτε μακάβριες και φοβερές..
άλλοτε νόμιζα ότι έκρυβε σπίτι της φαντάσματα..
και άλλοτε περνούσαν απ’ τη παιδική μου σκέψη σενάρια ερωτικά βρώμικα κι αμαρτωλά..
μια μέρα μπήκα στην αυλή της για να της κλέψω κάτι πιπεριές που είχε φυτέψει, δεν ήξερα βέβαια τι θα τις έκανα αλλά ήθελα πολύ να κλέβω φρούτα μικρός, άσχετα αν τα περισσότερα τα έτρωγαν στο τέλος άλλοι..
είδα λοιπόν τη πόρτα της μισάνοιχτη κι επειδή φοβήθηκα να την κλέψω της έβαλα μια φωνή ότι είμαι εγώ, για να ξεφύγω από το φόβο που είχα..
απάντηση καμιά..
συνέχισα να της φωνάζω και πάλι είχα το ίδιο αποτέλεσμα..
τότε καρφώθηκε στο μυαλό μου ότι είχα τη μεγάλη ευκαιρία να μάθω το μυστικό..
άνοιξα τη πόρτα και μπήκα στο σπίτι, άκρα ησυχία βέβαια και η καρδιά μου έτοιμη να σπάσει.. ήμουν ήδη στο σαλόνι και κοίταζα τα πόδια απ’ τη τραπεζαρία, που μου έφεραν τρόμο.. ήταν σκαλιστά πόδια λιονταριού το ίδιο και οι τέσσερις καρέκλες που υπήρχαν στο χώρο..
μύριζα μια έντονη μυρωδιά κλεισούρας και θυμιατού μπερδεμένη βέβαια..
συνέχισα και πήγα με τις μύτες στο δωμάτιο της..
το θέαμα που αντίκρισα με τρόμαξε στη αρχή, δεξιά ένα χτιστό πέτρινο μονό κρεβάτι στρωμένο με μια κουβέρτα λευκή πλεγμένη στο χέρι με βελονάκι και σαν σχέδιο είχε μια παράσταση με δυο τεράστια φίδια που το καθένα από αυτά είχε αμέτρητα κεφάλια..
ακριβώς απέναντι μια μικρή κλασική βιβλιοθήκη γεμάτη με μαύρα βιβλία που δεν ήθελα να πλησιάσω καθόλου..
αριστερά ένα κομοδίνο με μια εικόνα της Παναγίας χωρίς τον Ιησού να κλαίει, και διπλά κεριά.. πολλά κεριά..
τότε άκουσα τη φωνή της Νενές να μιλά με μια άλλη κυρία και να μπαίνει στο σπίτι, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.. νόμιζα ότι θα έσπαγε κι έτρεξα γρήγορα να κρυφτώ πίσω από ένα μπερντέ σκούρο που είχε και το παράθυρο οδηγούσε στην αυλή της..
γέλια και ακαταλαβίστικες κουβέντες απ’ το άλλο δωμάτιο κι εγώ να τρέμω..
κάποια στιγμή μπήκε στο δωμάτιο και θυμάμαι ότι είχε ανάψει το κεφάλι μου απ’ το φόβο.. πήρε κάτι απ’ το κομοδίνο και βγήκε ξανά..
τα μάτια μου έτρεχαν αλλά προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και ήθελα σήμερα να τελειώνω μια και καλή, να μάθω επιτέλους το μεγάλο μυστικό..
οπλίστηκα με όσο θάρρος μου έμενε και έφτασα στη πόρτα που οδηγούσε πίσω στο σαλόνι..
έβγαλα δειλά το κεφάλι μου και είδα τα πάντα...