
Αθήνα, ώρα μηδέν
Καμιά δεκαπενταριά μαζεμένοι, πάρλα στην πάρλα
κι αυτός με τα μαύρα γυαλιά έχει το λόγο
Φοράει τα γυαλιά τα σκούρα
το βλέμμα του σκληρό και φλατ
Ο άνθρωπός μας έχει κουλτούρα
βιβλία, τέχνη και μπουάτ
Μα προς Θεού, μα προς Θεού
μας έχετε ζαλίσει
Τα βασανάκια του λαού
ποιος θα τα τρα-, ποιος θα τα τραγουδήσει
Αθήνα, ώρα δύο και τριάντα μετά τα μεσάνυχτα
Η συζήτηση συνεχίζεται με βαρβαρότητα
κι αυτός που φοράει τα γυαλιά τα μαύρα έχει πάλι το λόγο
Σβηστό τσιμπούκι και μαλλούρα
συζήτηση ως το πρωί
Ο άνθρωπός μας έχει κουλτούρα
και θα μας φτιάξει τη ζωή
Μα προς Θεού, μα προς Θεού...
Χαράματα. Η συνεδρίαση διακόπτεται
Οι κουλτουρτζήδες εξέρχονται και η συνέχεια αύριο

Χειμώνας βαρύς, κρύο πολύ
κι εκείνο το βράδυ το φεγγάρι
δε βγήκε, τα σύννεφα χαμηλώσανε
και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου
Εκείνη μονάχη της, έψησε ένα καφεδάκι
άναψε ένα τσιγαράκι, πήγε στη βιβλιοθήκη της
πήρε τον πρώτο τόμο από τ' απομνημονεύματά της
Ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της
κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα
Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά πράγματα
Μα σαν έφτασε στη σελίδα ενενήντα έξι εκατομμύρια
τετρακόσια εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι
κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά
έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν
αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα
διότι ούτος εκ των υστέρων απεδείχθη ακατάλληλος
Κι έτσι καθαρίσανε ένα βράδυ
που το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου
Σελίδα εννέα του εβδομηκοστού τετάρτου τόμου
Έγραφε ότι ήτανε καλοκαιριά
κι ότι είχε βγει στην παραλία να κάνει το μπάνιο της
Εκεί γνώρισε ένα νεαρό τον επλησίασε
ανταλλάξανε μερικές κουβέντες
και τον ρώτησε για τ' όνομά του
Εγώ, της λέει αυτός, ονομάζομαι Φριτς
Τον αγάπησε τρελά
Αλλάσαν μπήκε το φθινόπωρο
αυτός την πούλεψε για την πατρίδα του
και κείνη ξέμεινε μόνη της
ένα βράδυ που το φεγγάρι
δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου
Σελίδα έξι, Άρθρο Βου
Παράγραφος Ξου, Κεφάλαιο Θου
Έγραφε ότι πήγε και τον εσυνάντησε
και του είπε ότι θα έπρεπε να γίνει ο γάμος
Αυτός δεν έφερε αντίρρηση
και προσδιορίστηκε Πέμπτη ώρα μηδέν
και τριάντα τρία πρώτα και σαράντα εννέα δεύτερα
Η μέρα πλησίασε εκείνη για να πάει να παντρευτεί
μπήκε στο μπάνιο της έριξε τα αποσμητικά της
τα απορρυπαντικά της
ντύθηκε, φόρεσε το νυφικό ενώ απ' όξω
το φεγγάρι δεν βγήκε
και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου
Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία μιας κυρίας