
Έβαλε τα δυο μωρά στη κούνια και την 6χρονη κόρη της να τα προσέχει, εκείνη είχε φέρει ήδη ένα καρότσι και φόρτωνε τους μπόγους με τα πιο απαραίτητα.
Λίγα ρούχα, νερό, κάποιες φωτογραφίες δυό εικόνες, την νυφική της κουβέρτα και λιγοστά λεφτά που είχε καταφέρει να έχει μαζεμένα.
Σ’ όλα τα σπίτια επικρατούσε μια πρωτόγνωρη αναταραχή.. έτρεχαν όλοι μάζευαν τα υπάρχοντά τους, κλάματα ακούγονταν απ’ τους γέρους που αποχωρίζονταν τα παιδιά τους και στην άκρη της μικρής πόλης είχε πιάσει ήδη φωτιά.
Ήταν έτοιμη η Αθηνά και περίμενε τη νενέ Μαριώ να έρθει να την πάρει.
Στην άλλη άκρη της πόλης ο Κυριάκος βοηθούσε την κατάκοιτη μητέρα του να πάει στο Τουρκιό, ένα μικρό χωριό κοντά στη Μέλισσο* η γριά δεν θα το άντεχε το ταξίδι και θα την άφηνε σ’ ένα τούρκικο σπιτικό που τους αγαπούσαν πολύ.
Είχε στείλει τη νενέ την αδελφή του να πάρει την Αθηνά τη χήρα με τα τρία κουτσούβελα την είχε έννοια.
Περπάτημα ατέλειωτο μέσα στον ήλιο με τα μικρά να κλαίνε φορτωμένα στο καρότσι.. με πρόσωπα αμίλητα χλωμά, με ζώα γέρικα γεμάτα μπόγους και ηλικιωμένους να μην αντέχουν και να ξαποσταίνουν.
Δεκατέσσερις ώρες περπάτημα χρειάστηκε για να δουν επιτέλους από μακριά το λιμάνι.
Γινόταν το αδιαχώρητο.. κόσμος να τρέχει από βάρκα σε βάρκα, μανάδες να παρακαλάνε με δάκρια στα ματιά και μωρά στην αγκαλιά, να εκλιπαρούν για μια γωνιά στην ελπίδα..
Η Αθηνά τώρα έχει ανοίξει τους μπόγους μες το δρόμο και χαρίζει τα λιγοστά της πράγματα.. ξέρει ότι δεν χωρά μαζί με τους μπόγους στη βάρκα.
Η νενέ την βοηθά και κλαίει.. ανεβάζουν τα τρία μωρά στη βάρκα σπρώχνοντας και μαλώνοντας Αθηνά και Κυριάκος κι αφήνουν πίσω τη νενέ που δε χωρά να πάρει την επόμενη βάρκα.
Σκοτάδι.. αγκαλιές αντί για κουβέρτες και κατακόκκινα μάτια.
Μια χούφτα ξεριζωμένων ανθρώπων σε μια βάρκα για το άγνωστο.

#Στον παππού στην προγιαγιά και στη νενέ Μαριώ






